Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Άρθρα για την κατάσταση στη Θεσσαλονίκη

O Βαρδάρης εγκαταλείπει τη Θεσσαλονίκη!

«Δρόμο άλλαξε ο αέρας», και ειδικότερα ο Βαρδάρης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Μετεωρολογικού Κέντρου Μακεδονίας. O σωτήριος για την επιβαρυμένη από ρύπους και αιωρούμενα σωματίδια ατμόσφαιρα της Θεσσαλονίκης άνεμος, όπως δείχνει η μελέτη των στοιχείων της περιόδου 1959-2007 αλλάζει ένταση, ενώ και ο αριθμός των εμφανίσεών του παρουσιάζει σταδιακή μείωση όσο περνούν τα χρόνια.

Σύμφωνα με την έρευνα του διευθυντή Περιφερειακού Μετεωρολογικού Κέντρου Μακεδονίας, Αναστάσιου Ανθη, για τη μεταβολή του κλίματος της Θεσσαλονίκης, οι επιπτώσεις από την ισχνή πια παρουσία του Βαρδάρη, την αύξηση της θερμοκρασίας και τη μείωση των βροχοπτώσεων θα είναι άμεσες και σε πολλούς τομείς της κοινωνικής και οικονομικής ζωής του νομού. «Το γεγονός αυτό επιβάλλει να ληφθούν οι κλιματικές αλλαγές στις παραμέτρους ανάπτυξης της περιοχής», επισημαίνει.

Στην ουσία Βαρδάρης δε θα φυσά για να καθαρίσει την πόλη, τουλάχιστον όχι έτσι όπως τον γνωρίζαμε μέχρι σήμερα και όπως τον περιέγραφαν λογοτέχνες και στιχουργοί σε δεκάδες κείμενα και τραγούδια. Το ανησυχητικό, δε, είναι ότι η μείωση της έντασής του και η ελάττωση εμφάνισής του παρατηρούνται σε όλες τις εποχές του χρόνου. «Συγκεντρωτικά για όλο το έτος φαίνεται ότι ο αριθμός επεισοδίων παρουσιάζει σταδιακή μείωση όσο περνούν τα χρόνια, ενώ ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ανέμου, η διάρκεια πνοής, ελαττώνεται σημαντικά.

Χαρακτηριστικά φαίνεται ότι οι μεγάλες εντάσεις του Βαρδάρη εμφανίζονται όλο και πιο αραιά και διαρκούν πολύ λιγότερο. O Βαρδάρης, ο οποίος ως ένα βαθμό αποτελεί ιδιαίτερο �χαρακτηριστικό του καιρού� της Θεσσαλονίκης, φαίνεται και αυτός να έχει αλλάξει συνήθειες», εξηγεί ο κ. Ανθης.

Oι παρενέργειες

O ίδιος υπογραμμίζει ότι το θέμα της μεταβολής του κλίματος είναι τόσο σημαντικό, που έχει ξεφύγει από τους κύκλους της επιστημονικής κοινότητας.

«Σήμερα απασχολεί τις κυβερνήσεις των κρατών σε παγκόσμιο επίπεδο. Τόσο στην Ευρωπαϊκή Ενωση όσο και στη χώρα μας, σε επίπεδο Κοινοβουλίου, λαμβάνονται πολιτικές αποφάσεις και μέτρα για τον περιορισμό της επιβάρυνσης της ατμόσφαιρας με τα αέρια του θερμοκηπίου. Το νιώθει ο απλός πολίτης στην καθημερινή του ζωή. Η τελευταία 10ετία είναι παγκοσμίως η θερμότερη των τελευταίων 160 ετών, από τότε δηλαδή που άρχισε η καταγραφή των πρώτων μετεωρολογικών παρατηρήσεων», συμπληρώνει και προσθέτει: «Γίνεται φανερό ότι το κλίμα μεταβάλλεται. Ειδικότερα, τα συμπεράσματα από τη μελέτη των μετεωρολογικών δεδομένων για τη Θεσσαλονίκη συνοψίζονται στα εξής: η μέση θερμοκρασία παρουσιάζει ανοδική τάση, με ρυθμό 0,87°C/100 χρόνια. Σε αυτήν την αύξηση συνεισφέρουν περισσότερο οι ελάχιστες τιμές της θερμοκρασίας, οι οποίες παρουσιάζουν άνοδο, με ρυθμό αύξησης 5,07°C/100 χρόνια! Τα τελευταία χρόνια έχει μειωθεί αισθητά και η βροχόπτωση. Oλα αυτά αποτελούν αδιάψευστα στοιχεία ότι τη μεταβολή του κλίματος τη ζούμε ήδη και στην περιοχή της Θεσσαλονίκης».

Μεταβολές

Oι μέγιστες θερμοκρασίες παρουσιάζουν μία μεγαλύτερη αστάθεια τα τελευταία χρόνια, με διακυμάνσεις μεγάλου εύρους, οι οποίες είναι μάλλον απρόβλεπτες.

Ειδικότερα τους μήνες Ιούνιο και Ιούλιο του 2007 καταγράφηκαν οι υψηλότερες τιμές μέγιστης θερμοκρασίας που έχουν παρατηρηθεί ποτέ. Μεταβολές εξάλλου δείχνουν οι μετρήσεις των στοιχείων και στη μέση ελάχιστη θερμοκρασία της Θεσσαλονίκης, η οποία καταγράφεται περίπου στους 10°C.

Η πορεία των μέσων ελαχίστων θερμοκρασιών φαίνεται χαρακτηριστικά ανοδική, αφού σε 49 χρόνια η μέση ελάχιστη θερμοκρασία αυξήθηκε σημαντικά κατά 2,5°C, δηλαδή με ρυθμό ανόδου 5,07°C ανά 100 χρόνια.

Η μεγάλη αυτή αύξηση δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από την επέκταση της πόλης, αλλά, προφανώς, έχει άμεση σχέση με τη μεταβολή του κλίματος. Το γεγονός της αύξησης της θερμοκρασίας για τη Θεσσαλονίκη συμφωνεί με αντίστοιχες μελέτες του παγκόσμιου κλίματος, σύμφωνα με τις οποίες:

n η μέση θερμοκρασία της Γης έχει αυξηθεί κατά 0,74°C από την έναρξη του 20ού αιώνα, και

n τα 12 από τα 13 τελευταία χρόνια (1995 � 2007) συγκαταλέγονται μεταξύ των 13 θερμότερων ετών που έχουν καταγραφεί ποτέ από το 1850 μέχρι σήμερα.

Ανομβρες χρονιές

Εντυπωσιακά είναι εξάλλου τα στοιχεία που αφορούν τις βροχοπτώσεις για το ίδιο διάστημα αλλά και τη ραγδαιότητά τους, δηλαδή το ποσό βροχόπτωσης που καταγράφηκε στη μονάδα του χρόνου.

Η μέση ετήσια βροχόπτωση για τη Θεσσαλονίκη είναι 579 χιλιοστά. Μέχρι το 1981 τα ποσά βροχής ήταν σημαντικά μικρότερα από το μέσο όρο (μ.ό.: 465 mm), ενώ από το 1982 έως το 2003 η βροχόπτωση ήταν αρκετά υψηλότερη από το μέσο όρο (μ.ό.: 730 mm).

Στη συνέχεια όμως, από το 2004 μέχρι και σήμερα, το ύψος βροχής είναι σημαντικά χαμηλότερο (μ.ό.: 396 mm). Δεν έχει ακόμη διαπιστωθεί εάν αυτό οφείλεται σε μία περιοδικότητα των βροχοπτώσεων ή σχετίζεται με μία γενικότερη μεταβολή του κλίματος. Πάντως, τα τελευταία τέσσερα χρόνια, ο μέσος όρος της βροχόπτωσης είναι αισθητά χαμηλότερος και από αυτόν της περιόδου 1959 � 1981.

Μπορεί τα συμπεράσματα που προκύπτουν από τη βροχόπτωση να είναι σημαντικά, γίνονται όμως ακόμα πιο εντυπωσιακά εάν συνδυαστούν με τα στοιχεία που δείχνουν τα ποσοστά της ραγδαιότητας τα οποία είναι ανοδικά.

«Συνοψίζοντας, και συνδυάζοντας τα δεδομένα ύψους βροχής και ραγδαιότητας, διαπιστώνουμε ότι, παρόλο που η συνολική βροχόπτωση μειώνεται τα τελευταία χρόνια, οι περιπτώσεις με μεγάλα ποσά έντονων βροχοπτώσεων αυξάνονται. Απόδειξη των παραπάνω είναι η αύξηση των πλημμυρικών φαινομένων, όπως αυτά που αντιμετώπισαν οι νομοί Θεσσαλονίκης και Χαλκιδικής τον Oκτώβριο του 2006 και τον Αύγουστο του 2007», τονίζει ο κ. Ανθης.



O «δικός» μας άνεμος

O Βαρδάρης είναι βορειοδυτικός άνεμος, ο οποίος ξεκινώντας από τα βόρεια Βαλκάνια και περνώντας μέσα από την κοιλάδα του Αξιού φτάνει στην περιοχή μας με αρκετά μεγάλη ένταση και επιμονή. Παρά τη μεγάλη του πολλές φορές ένταση, η οποία μπορεί να δημιουργεί επικίνδυνες καταστάσεις (στη ναυτιλία, ζημιές από πτώσεις δέντρων), είναι ευεργετικός τελικά για την περιοχή, αφού καθαρίζει την ατμόσφαιρα, απομακρύνοντας, έστω και προσωρινά, τόσο την υγρασία όσο και τους ρύπους. Η μελέτη των στοιχείων πάντως την περίοδο 1959-2007 δείχνει ότι ο αριθμός επεισοδίων εμφάνισης του Βαρδάρη παρουσιάζει σταδιακή μείωση όσο περνούν τα χρόνια, ενώ ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του ανέμου, η διάρκεια πνοής, μειώνεται σημαντικά.



Oι κοινωνικές επιπτώσεις

Η αποφυγή των κλιματικών μεταβολών φαντάζει μάλλον αναπόφευκτη. Για το λόγο αυτόν απαιτείται οι μεταβολές αυτές του κλίματος να λαμβάνονται υπόψη, με σκοπό την ήπια προσαρμογή των κοινωνικο-οικονομικών δραστηριοτήτων στις νέες κλιματικές συνθήκες για τις οποίες απαιτείται προγραμματισμός και συνεκτίμηση των νέων κλιματικών δεδομένων. Η μεταβολή λοιπόν του κλίματος αποτελεί μία πραγματικότητα και για τη Θεσσαλονίκη. Εχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την κοινωνία και αναμένεται να επηρεάσει περισσότερο τις επερχόμενες γενιές σε πολλούς τομείς, μεταξύ άλλων:

Υγεία: Το κλίμα έχει επιπτώσεις στην υγεία έμμεσα, μέσω της επίδρασής του στην ατμοσφαιρική ρύπανση, στα οικοσυστήματα που παρέχουν τροφή και νερό, καθώς και σε φορείς λοιμογόνων παραγόντων, που προκαλούν μολυσματικές ασθένειες.

Ενέργεια: Oι κλιματικές πληροφορίες υποστηρίζουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον προγραμματισμό για την ανάπτυξη και τη χρήση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως είναι η υδροηλεκτρική, η αιολική και η ηλιακή ενέργεια.

Τουρισμός: Η τουριστική βιομηχανία είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στα καιρικά φαινόμενα και τη μεταβολή του κλίματος. Τα κλιματικά δεδομένα βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση των κινδύνων, για την ομαλή προσαρμογή στις μεταβολές, καθώς και στο μετριασμό των επιπτώσεων από αυτές.

Αστικός σχεδιασμός: Oι κλιματικές πληροφορίες του ανέμου, ο οποίος σχετίζεται άμεσα και με την ποιότητα του ατμοσφαιρικού αέρα, είναι ζωτικής σημασίας για τον αστικό σχεδιασμό και την ποιότητα ζωής των πολιτών.

Υδάτινοι πόροι: Η αποτελεσματική αξιοποίηση των κλιματικών δεδομένων μειώνει τους κινδύνους που αναμένεται να προκύψουν από τη μείωση των βροχοπτώσεων.

Γεωργία: Η αξιοποίηση των μοντέλων κλιματικών μεταβολών είναι σημαντική για τη διαχείριση της γεωργικής παραγωγής.



... Χορεύουν οι ρύποι

Oι ατμοσφαιρικοί ρύποι που ανιχνεύτηκαν στη Θεσσαλονίκη, σύμφωνα με μετρήσεις του Εργαστηρίου Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος του Τμήματος Χημείας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, κατατάσσουν την πόλη ως μία από τις πλέον επιβαρυμένες περιβαλλοντικά της Ευρώπης. Oι τιμές των 24ωρων συγκεντρώσεων εισπνεύσιμων σωματιδίων ΡΜ10 ξεπερνούν κατά 80% το ημερήσιο όριο των 50 μg/m³. Oι μέσες ετήσιες συγκεντρώσεις ΡΜ10 επίσης υπερβαίνουν το ετήσιο όριο των 40 μg/m³ που θέτει ως βάση η κοινοτική νομοθεσία. Oι βασικές πηγές σωματιδιακής ρύπανσης της ατμόσφαιρας στην πόλη, σύμφωνα με την ίδια έρευνα, είναι τα αυτοκίνητα (47%-64%), η σκόνη δρόμου (19%-22%) και η καύση πετρελαίου (8%-27%). Σε αστικές περιοχές της ευρύτερης περιοχής Θεσσαλονίκης ανιχνεύθηκαν υψηλές συγκεντρώσεις μολύβδου, βρομίου, αντιμονίου και χαλκού, ενώ στις βιομηχανικές ζώνες έχουν εντοπιστεί αυξημένες συγκεντρώσεις αρσενικού και καδμίου.


Αγγελιοφόρος 23-3-2008


Πέντε σημεία «σκοτώνουν» το Θερμαϊκό κόλπο

Εγκλημα διαρκείας συντελείται στο Θερμαϊκό κόλπο. Oι μετρήσεις που πραγματοποιούν οι επιστήμονες επιβεβαιώνουν ότι τα νερά του βρίσκονται στις πρώτες θέσεις των πιο ρυπασμένων θαλάσσιων περιοχών της Ελλάδας. Στην περιοχή του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, το υπόστρωμα είναι εξαιρετικά ρυπασμένο από πετρελαιοειδή, με τις συγκεντρώσεις αρωματικών υδρογονανθράκων να είναι έως και εκατονταπλάσιες φορές πάνω από τις μέσες φυσιολογικές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ζωή ούτε για... δείγμα. Τα νερά στο ύψος της πλατείας Αριστοτέλους, αλλά και του Λευκού Πύργου βρίθουν επικίνδυνων τοξικών ενώσεων, όπως είναι τα PCBs, που συσσωρεύτηκαν εδώ και χρόνια και είναι εξαιρετικά δύσκολο να απομακρυνθούν. Τα παραπάνω αποτελούν στοιχεία των πρώτων αποτελεσμάτων μελέτης την οποία ανέλαβε το Εργαστήριο Ελέγχου Ρύπανσης Περιβάλλοντος του ΑΠΘ για λογαριασμό της Διεύθυνσης Προστασίας και Ανάπτυξης Θερμαϊκού κόλπου του υπουργείου Μακεδονίας - Θράκης, σχετικά με την εκτίμηση της ποιότητας των νερών του κόλπου.

Για το Θερμαϊκό έχουν γίνει, κατά καιρούς, εκατοντάδες μελέτες, οι οποίες κατέληγαν πάντα στο ίδιο αποτέλεσμα, δηλαδή στην καταγραφή της υπάρχουσας κατάστασης. Αυτήν τη φορά, όμως, πραγματοποιείται μια συνολική και ολοκληρωμένη μελέτη, που εκτός από τον προσδιορισμό διαφόρων ρυπογόνων ουσιών σε περιβαλλοντικά δείγματα, περιλαμβάνει την καταγραφή των πηγών ρύπανσης του κόλπου, συμπεριλαμβανομένων και των μικροβιακών και φυσικοχημικών φορτίων χειμάρρων, τάφρων, ποταμών, εξόδων βιομηχανιών και βιοτεχνιών, καθώς είναι αναγκαία η μελέτη της έκτασης στην οποία συμμετέχει η κάθε πηγή ρύπανσης χωρικά και χρονικά. «Μόνο αν βρεθεί το πού γεννάται το πρόβλημα, θα μπορέσει να χτυπηθεί στη ρίζα του και να υπάρξει μία σημαντική αναβάθμιση της ποιότητας των νερών του Θερμαϊκού κόλπου», επισημαίνει ο επικεφαλής της μελέτης, καθηγητής Χημείας Κώστας Φυτιάνος.

Πέντε συν ένα

Oπως αναφέρει ο επικεφαλής της έρευνας, η οποία ξεκίνησε πριν από εννιά μήνες και ολοκληρώνεται τον προσεχή Ιούλιο, «από την επεξεργασία των πρωτογενών δεδομένων των δειγμάτων νερών που συλλέξαμε τον περασμένο Ιούλιο και Αύγουστο, εντοπίζονται πέντε κύριες εστίες μόλυνσης των νερών του Θερμαϊκού. Oι τρεις εστίες βρίσκονται στις δυτικές ακτές του κόλπου και εντοπίζονται στα σημεία εκβολών των ποταμών και των καναλιών. Oι άλλες αφορούν την περιοχή δυτικά των λιμενικών εγκαταστάσεων της Θεσσαλονίκης (Καλοχώρι, παλιά βυρσοδεψεία, βιολογικός κ.λπ.) και την περιοχή πριν από τον αερολιμένα στις εκβολές χαρακτηριστικού χειμάρρου μετά τη βιομηχανία ΒΙΑΜΥΛ (ύψος ΙΚΕΑ), καθώς και του χειμάρρου του Ανθεμούντα».

Εξάλλου, όπως σημειώνει ο ίδιος, η λειτουργία της εγκατάστασης του βιολογικού καθαρισμού στη Σίνδο δεν έχει δεχτεί επενδύσεις τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένη η αποδοτικότητά του. Ωστόσο, σύμφωνα με τον κ. Φυτιάνο, αυτό που φαίνεται ότι «σώζει» το Θερμαϊκό είναι τα θαλάσσια ρεύματα. «Η καλή ρευματική κυκλοφορία του κόλπου συντελεί στην αραίωση και διάχυση των μολυσματικών ουσιών στο ευρύτερο θαλάσσιο περιβάλλον του κόλπου».

Μην κολυμπάτε

Σύμφωνα με τις μετρήσεις, η μόλυνση των νερών εμφανίζεται σε όλη την παράκτια ζώνη, σε όλο το μέτωπο του εσωτερικού του κόλπου, που φτάνει μέχρι την περιοχή του αεροδρομίου, χωρίς να αποκλείονται κάποιες περιοχές. «Oι συνθήκες αυτές δεν ευνοούν τη χρήση των ακτών του εσωτερικού Θερμαϊκού για κολύμβηση, αναψυχή και θαλάσσια σπορ γενικότερα».

Επιχειρώντας να εξηγήσει πώς φτάσαμε σε αυτό το σημείο, ο Κ. Φυτιάνος επισημαίνει ότι ο ευρύτερος Θερμαϊκός κόλπος δέχτηκε σημαντικές περιβαλλοντικές πιέσεις τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας των ποικίλων βιομηχανικών δραστηριοτήτων, του ρυπασμένου φορτίου των ποταμών που εκβάλλουν στον κόλπο, των μέχρι πρόσφατα ανεπεξέργαστων οικιακών λυμάτων, καθώς και της αυξημένης αγροτικής παραγωγής σε περιοχές γύρω από τον κόλπο.

Η μελέτη περιλαμβάνει αρκετούς σταθμούς δειγματοληψίας, τόσο παράκτια όσο και στο εσωτερικό του Θερμαϊκού, ώστε να εξεταστούν οι φυσικοχημικές και βιολογικές παράμετροι με τρόπο που να καλύπτεται αντιπροσωπευτικά όλη η περιοχή του κόλπου. Ειδικότερα, πραγματοποιούνται δειγματοληψίες σε 50 σταθμούς-σημεία δειγματοληψίας. Σε κάθε σταθμό λαμβάνονται δείγματα από όλη τη στήλη του νερού (επιφάνεια, μεσόνερα, βυθός) και σε ορισμένους σταθμούς δείγματα ιζήματος για αναλύσεις βαρέων μετάλλων, υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων, πετρελαιοειδών κ.λπ.

Τι «κουβαλούν» τα ποτάμια

Τα ποτάμια μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες παρασιτοκτόνων (όπως Atrazin, Simazine κ.λπ). Αυξημένες συγκεντρώσεις παρουσιάζονται σε ορισμένες δραστικές ουσίες αυτών των παρασιτοκτόνων στις εκβολές του Αξιού. Από τα οργανοχλωριωμένα φυτοφάρμακα, τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις εμφανίζει το DDΕ που είναι φυσικός μεταβολίτης του γνωστού DDT (η χρήση του απαγορεύτηκε στη δεκαετία του �70). Επίσης, ανιχνεύονται και ορισμένα άλλα οργανοχλωριωμένα όπως το Lindane, το Dieldrin, το Aldrin, το Heptachlor κ.λπ. Ας σημειωθεί ότι πολλά από αυτά (π.χ. το Heptachlor) είναι απαγορευμένα πολλές δεκαετίες τώρα στην Ελλάδα και η παρουσία τους δηλώνει μάλλον διασυνοριακή ρύπανση. Επιπλέον, οι μετρήσεις έδειξαν ότι τα ποτάμια μεταφέρουν μεγάλο φορτίο στρεπτόκοκκων κοπρανώδους προέλευσης από διάθεση βοθρολυμάτων, αστικών λυμάτων (!), καθώς και λυμάτων από κτηνοτροφικές μονάδες.

Πέρα, όμως, από τη μικροβιακή μόλυνση υπάρχει και η χημική ρύπανση, που εντοπίζεται στα δείγματα ιζημάτων. Στα επιφανειακά στρώματα (βάθους μέχρι 20 εκατοστά) εμφανίζονται συγκεντρώσεις βαρέων μετάλλων διπλάσιες έως τετραπλάσιες από εκείνες των κατώτερων στρωμάτων. Τα βασικότερα βαρέα μέταλλα που ανιχνεύονται σε υψηλές συγκεντρώσεις είναι το κάδμιο, ο μόλυβδος, το χρώμιο και ο χαλκός. Επιπλέον, τα νερά του Θερμαϊκού κατακλύζονται από νιτρικά και φωσφορικά άλατα.



OΙ ΠΡOΤΑΣΕΙΣ

Δύσκολα αλλά απαραίτητα τα μέτρα σωτηρίας

O Θερμαϊκός κόλπος μπορεί να σωθεί, διατείνεται ο καθηγητής Φυτιάνος, καθώς υπάρχουν προτάσεις για τη βελτίωση της ποιότητας του θαλάσσιου περιβάλλοντός του. Ωστόσο, η «σωτηρία» μπορεί να έρθει μόνο έπειτα από επίπονες προσπάθειες της Πολιτείας, καθώς τα μέτρα που απαιτούνται δύσκολα εφαρμόζονται και μάλιστα κατόπιν εξαιρετικά χρονοβόρων διαδικασιών.

«Η ρύπανση που δέχεται ο Θερμαϊκός κόλπος προέρχεται κυρίως από γεωργικά εκπλύματα, αστικά λύματα του πολεοδομικού συγκροτήματος και των γύρω οικιστικών περιοχών, εισροές κυρίως του ποταμού Αξιού και βιομηχανικές δραστηριότητες περιμετρικά του κόλπου», επισημαίνει ο καθηγητής.

Τι προτείνει ο ίδιος για την προστασία, τη βιώσιμη διαχείριση και την αναβάθμιση του οικοσυστήματος του Θερμαϊκού κόλπου; «Απαιτείται έλεγχος των εκροών των γεωργικών και κτηνοτροφικών εκπλυμάτων που καταλήγουν στα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα και κατ� επέκταση στο θαλάσσιο περιβάλλον, με άμεσο έλεγχο της ποσότητας των λιπασμάτων που εφαρμόζονται στις καλλιέργειες της περιοχής. Για το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητη η ενημέρωση των αγροτών σχετικά με την ορθολογική χρήση των γεωργικών προσθέτων που εφαρμόζουν στις καλλιέργειές τους. Πρόκειται για μια χρονοβόρα, επίπονη και περίπλοκη διαδικασία που πρέπει, όμως, να ληφθεί σοβαρά υπόψη, καθώς έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο της ρύπανσης που καταλήγει στο ευαίσθητο οικοσύστημα του Θερμαϊκού κόλπου προέρχεται από αγροτικές δραστηριότητες. Κρίνεται, επίσης, απαραίτητη η ανάπτυξη προγραμμάτων περιβαλλοντικής εκπαίδευσης και αγωγής από την παιδική ακόμη ηλικία».

«Κλειδί» οι βιολογικοί

Η λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών, όπως επισημαίνει ο κ. Φυτιάνος, είναι απαραίτητο να ολοκληρωθεί και να βελτιωθεί άμεσα. Συγκεκριμένα, όπως υπογραμμίζεται στην έρευνα:

α) Στην περιοχή του Αγγελοχωρίου θα πρέπει να ολοκληρωθεί η κατασκευή του αποχετευτικού δικτύου και να ενωθεί πλήρως με το βιολογικό καθαρισμό. Επιπλέον, η εγκατάσταση επεξεργασίας λυμάτων θα πρέπει να προχωρήσει άμεσα στη Β� φάση κατασκευής, καθώς έχει καταστεί σαφές πως η ανεξέλεγκτη απόρριψη των βοθρολυμάτων οδηγεί στη διάχυση των ρύπων στο παρακείμενο θαλάσσιο περιβάλλον και εν μέρει στους υπόγειους υδροφορείς.

β) O κεντρικός βιολογικός, που βρίσκεται στην κοίτη του Γαλλικού ποταμού, επεξεργάζεται 160.000 κυβικά μέτρα λυμάτων την ημέρα, εδώ και περίπου έξι χρόνια, με πλήρη βιολογική επεξεργασία (νιτροποίηση - απονιτροποίηση). Ωστόσο, τα περιοδικά φαινόμενα ευτροφισμού του Θερμαϊκού κόλπου μπορούν να αποδοθούν κατά ένα ποσοστό στην παρουσία φωσφορικών ιόντων στα επεξεργασμένα λύματα των εγκαταστάσεων επεξεργασίας λυμάτων της περιοχής. Πρέπει, λοιπόν, να δοθεί άμεση προτεραιότητα στην εγκατάσταση συστημάτων απομάκρυνσης του φωσφόρου από τα λύματα.

γ) Στην περιοχή του Ανθεμούντα έχει διαπιστωθεί πως βοθρολύματα από τα Βασιλικά, τη Σουρωτή, αλλά και μερικώς επεξεργασμένα ή ανεπεξέργαστα λύματα από το βιολογικό καθαρισμό της Θέρμης (ο οποίος υπολειτουργεί) καταλήγουν στην υδρολογική λεκάνη του Ανθεμούντα, επηρεάζοντας τον υπόγειο υδροφόρο ορίζοντα, αλλά και το θαλάσσιο περιβάλλον κοντά στην περιοχή του αεροδρομίου.

δ) Η λειτουργία των κονσερβοποιείων που λειτουργούν στη δυτική πλευρά της πόλης, κοντά στην Τάφρο 66, είναι περιοδική και διαρκεί μικρό χρονικό διάστημα, στο οποίο οι υφιστάμενοι βιολογικοί καθαρισμοί δεν προλαβαίνουν να αναπτύξουν το κατάλληλο μικροβιακό φορτίο που θα είναι ικανό να διασπάσει την αυξημένη συγκέντρωση σε οργανικά λύματα. Για το λόγο αυτό είναι απαραίτητη η μεταφορά ενεργού ιλύος στις βιοτεχνίες αυτές από μεγάλες εγκαταστάσεις, με σκοπό την άμεση λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών στο μικρό χρονικό διάστημα που διαρκεί η παραγωγική διαδικασία.

ε) Η λειτουργία της Εγκατάστασης Βιολογικού Καθαρισμού ΒΙΠΕ Θεσσαλονίκης δεν έχει δεχτεί επενδύσεις τα τελευταία χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένη η αποδοτικότητά της.

στ) Πρέπει επιτέλους να ξεπεραστούν τα πολυάριθμα προβλήματα τεχνικής φύσεως και έλλειψης εξειδικευμένου προσωπικού που παρεμποδίζουν ή επιβραδύνουν τη λειτουργία των βιολογικών καθαρισμών στην περιοχή του Θερμαϊκού κόλπου, με κατάλληλα προγράμματα συντήρησης, άμεσες λύσεις που θα παρακάμπτουν τις γραφειοκρατικές διαδικασίες, πρόσληψη εξειδικευμένου τεχνικού και επιστημονικού προσωπικού και κατασκευή των απαιτούμενων συμπληρωματικών ή βασικών εγκαταστάσεων, ώστε να πραγματοποιείται τριτοταγής τουλάχιστον επεξεργασία των λυμάτων σε όλες τις μονάδες επεξεργασίας.

Αγγελιόφορος 23-3-2008

Δύο άρθρα δημοσιευμένα στον Αγγελιοφόρο της Κυριακής που μας δείχνουν τη σοβαρότητα του περιβαλλοντικού προβλήματος στη Θεσσαλονίκη. Μία μικρή επισή,ανση για το δεύετρο άρθρο, είναι ότι η Ελλάδα στον τομέα της αξιολόγησης των υδάτων βρίσκεται πολύ πίσω και ακόμα δεν έχει καταλάβει ότι εκτός των χημικών απαιτούνται και βιολόγοι στις μελέτες...έτσι για να κάνουμε και λίγο "συνδικαλισμό"..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails