Κυριακή, 1 Ιουνίου 2008

Η εκδίκηση της φύσης

Στο "ΒΗΜΑ της Κυριακής" δημοσιεύονται δύο πολύ καλά άρθρο από δύο πανεπιστημιακούς που αφορούν την οικολογία και θίγουν το θέμα των παράλογων μερικές φορές κραυγών αγωνίας για το κλίμα και γενικότερα την κατάσταση του πλανήτη μας. Ας τα διαβάσουμε:

Το έργο το είδαμε, πάμε να φύγουμε


Ν. Σ. ΜΑΡΓΑΡΗΣ

Εφέτος είχαμε αρκετά «διακριτή» άνοιξη, απογοητεύοντας όλους εκείνους που φτιάχνονται ακόμη και με την «κατάργηση των εποχών».

Από την άλλη ήδη από την προηγούμενη Κυριακή άρχισαν τις «ηλιοθεραπείες» οι εραστές του ηλιοκαμένου σώματος, γράφοντας στα καινούργια τους παπούτσια όλες τις οδηγίες των γιατρών που μας προειδοποιούν ότι όσοι παρουσιάσουν καρκίνο του δέρματος έχουν πάθει τουλάχιστον μία φορά έγκαυμα από τον ήλιο. Χωρίς, βέβαια, αυτό να σημαίνει ότι όσοι έχουν πάθει έγκαυμα θα πάθουν οπωσδήποτε καρκίνο του δέρματος. Τώρα το γιατί να θεωρείται in το μαύρισμα από τον ήλιο δεν μπορώ να το κατανοήσω.

Με τις «πρόωρες» ζέστες άρχισαν και οι πυρκαϊές στην Κρήτη τις οποίες βάζουν οι βοσκοί, θεωρώντας ότι με αυτόν τον τρόπο βελτιώνουν την ποιότητα του βοσκοτόπου. Πράγμα που είναι λάθος, μια και δημιουργούν ανθρωπογενές οικοσύστημα ένα βήμα πριν από την ερημοποίηση. Εναν θαμνότοπο στον οποίο κυριαρχεί το φυτό αστοιβή το οποίο δημιουργείται μόνο εκεί όπου υπάρχει συνδυασμός πυρκαϊάς και υπερβόσκησης. Στον οποίο και κάηκαν πέρυσι τέσσερις πυροσβέστες.

Συγχρόνως οι πανέξυπνοι και ευφάνταστοι υπουργοί, αρχηγοί του πυροσβεστικού σώματος (!), οι δήμαρχοι και δημοσιογράφοι θα μας φλομώσουν με τους λεγόμενους εμπρηστικούς μηχανισμούς που θα ανιχνεύουν. Ας τους διευκολύνουμε λίγο, μια και οι δύο κυρίαρχες τεχνικές πρόκλησης πυρκαϊάς είναι γνωστές και απλούστατες.

Για την πρώτη το μόνο που απαιτείται είναι μια χοντρή λαμπάδα προφυλαγμένη τριγύρω από τον αέρα με ένα νάιλον ή, καλύτερα, ένα φαναράκι του Πάσχα για να μη σβήσει. Μια και είναι γνωστή η ταχύτητα με την οποία λιώνει το κερί ο εμπρηστής μπορεί να υπολογίζει με ακρίβεια την κάθοδο της φλόγας στο ύψος όπου έχει τοποθετήσει το προσάναμμα. Οταν αρχίσει η πυρκαϊά, αυτός είναι στην καφετέρια του χωριού που απέχει τουλάχιστον μισή ώρα και κάνει φασαρία στη συζήτηση ώστε να τον θυμούνται οι πάντες. Φυσικά ουδείς θα τον ενοχοποιήσει για την πυρκαϊά. Τώρα γιατί του επιτρέπουν - και τον επιδοτούν! - να βόσκει τα πρόβατά του στην καμένη περιοχή είναι μια άλλη ιστορία, στην οποία δεν έχω απάντηση.

Η δεύτερη μέθοδος - για όσους φοβούνται ότι θα αφήσουν στο κερί δακτυλικά αποτυπώματα - έχει ως βάση τα γνωστά «αντικουνουπικά φιδάκια» τα οποία ανάβεις στην άκρη και η καύτρα προχωρεί αργά προς το κέντρο. Και εδώ είναι γνωστός ο χρόνος. Βάζεις επομένως μερικά σπίρτα στο σημείο όπου θέλεις να απέχει γνωστό χρόνο, τα οποία, ανάβουν όταν φθάσει εκεί η καύτρα.





Η ζωή αναγεννάται στα καμένα δάση στο Πήλιο


Παρέα με τους βοσκούς εμπρηστές και οι «άρχοντες» της Τοπικής Αυτοδιοίκησης οι οποίοι θα αφήσουν τα δάση γεμάτα σκουπίδια (τα οποία προφανώς δεν τα αφήνει ο περιούσιος ελληνικός λαός αλλά οι Αλβανοί, οι Σκοπιανοί και οι Τούρκοι) και χωρίς καθάρισμα και όταν θα τρέχουν να σβήσουν την φωτιά - που θα ξεκίνησε από το τσιγάρο κάποιου κάφρου - θα μιλούν για σκοτεινές δυνάμεις και συμφέροντα. Οπως ο δήμαρχος δίπλα στον Υμηττό που έδειχνε ότι κάποιοι διεκδικούν τον χώρο που καιγόταν. Και ήταν χώρος που τον διεκδικεί η Εκκλησία. Προφανώς ο εμπρηστής θα ήταν ο παπα-Τσάκαλος. Και ο δήμαρχος της Σκιάθου τα ίδια θα λέει, μολονότι η φωτιά ξεκίνησε από τη χωματερή του δήμου.

Να μην ξεχάσουμε ειδικά την Πυροσβεστική της οποίας οι άριστα ενημερωμένοι υπεύθυνοι πέρυσι δεν χρησιμοποίησαν πυροσβεστικά αεροπλάνα στην πυρκαϊά που άρχισε στα Δερβενοχώρια από έναν πυλώνα της ΔΕΗ επειδή λέει δεν μπορούσαν να ρίξουν νερό πάνω από τον πυλώνα. Ενώ αν έπιανε βροχή τι θα γινόταν; Χώρια που ο καθαρισμός των γραμμών υψηλής τάσεως γίνεται με κατάβρεγμα από αεροπλάνα!

Θα ακολουθήσουν, βέβαια, θρήνοι για το οξυγόνο που θα μας λείψει, λες και έχει σχέση το οξυγόνο της ατμόσφαιρας το οποίο παράγεται κατά 95% στους ωκεανούς και είναι μονίμως 21% με τις δασικές πυρκαϊές. Και είναι στο ίδιο ποσοστό παρόν τόσο στη Σαχάρα όσο και στους Πόλους που δεν έχουν δάση.

Στη συνέχεια όλοι θα αρχίσουν να μιλούν για τη διάβρωση και για πλημμύρες, οπότε θα αρχίσουν να τσαλαπατούν τα φυτά που είναι προσαρμοσμένα και αναγεννώνται όπως φτιάχνουν τα κορμοφράγματα.

Και όταν θα γίνει μια πλημμύρα στο Ιλιον έπειτα από ραγδαία βροχή θα αναφέρονται στην πυρκαϊά ενώ η αιτία είναι ότι οι Τσιγγάνοι έκλεψαν όλα τα καλύμματα των υπονόμων, οι οποίοι και βούλωσαν!

Και όλοι μαζί θα αποφασίσουν ότι οι καμένες εκτάσεις θα χαρακτηρισθούν «αναδασωτέες» ενώ το Συμβούλιο της Επικρατείας θα εγκαλεί τη διοίκηση επειδή δεν έχει ακόμη κτηματολόγιο. Τώρα το γιατί η Ρόδος ή η Κέρκυρα ή η Γαλλία ή η Ισπανία ή η Ιταλία ή η Πορτογαλία που διαθέτουν κτηματολόγιο έχουν και πυρκαϊές προφανώς οφείλεται σε θαύμα.

Αυτός δε που θα τολμήσει να πει ότι τα δάση μας τα τελευταία χρόνια - όπως φαίνεται από τις στατιστικές και τις μετρήσεις από δορυφόρους - έχουν αυξηθεί, κινδυνεύει με πλήρη γελοιοποίηση από τους πολιτικοποιημένους και ευαισθητοποιημένους σε θέματα οικολογίας Νεοέλληνες.


Ο κ. Νίκος Σ. Μάργαρης είναι καθηγητής του Τμήματος Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου και διευθυντής του «National Geographic» (Ελλάδα).

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15373&m=B16&aa=1

Λειψυδρία: παροδικό ή μόνιμο φαινόμενο;


Γ. ΤΣΑΚΙΡΗΣ

Οσο πλησιάζει το καλοκαίρι όλο και μεγαλώνει η ανησυχία για πιθανή έλλειψη νερού. Πολλοί το ερμηνεύουν ως επίπτωση των κλιματικών αλλαγών που βιώνουμε και που ενδεχομένως θα ενταθούν στο μέλλον. Ετσι η ανησυχία μεγαλώνει για το τι θα συμβεί και στα επόμενα χρόνια.

Με τον όρο λειψυδρία εννοούμε την περιστασιακή ή μονιμότερη έλλειψη νερού σε σχέση πάντα με τη χρήση, την κατάχρηση και τις πάσης μορφής απώλειες. Αμέσως λοιπόν έχουμε δύο βασικούς συντελεστές της λειψυδρίας, που είναι η διαθεσιμότητα του νερού και η κατανάλωση, ωφέλιμη ή μη. Για ένα δεδομένο σύστημα (π.χ. υδρολογική λεκάνη ποταμού) η μεν διαθεσιμότητα εξαρτάται από εξωγενείς κυρίως συνθήκες (βροχή, εξάτμιση κτλ.), ενώ η κατανάλωση από ανθρωπογενείς κυρίως παράγοντες.

Με βάση αυτή τη σκέψη, η διαθεσιμότητα μπορεί να συσχετιστεί με έναν δείκτη ξηρασίας που εμπεριέχει το ύψος βροχής και το ύψος εξάτμισης και διαπνοής. Ο δείκτης ξηρασίας αντιπροσωπεύει την απόκλιση από τον μέσο όρο για κάθε περίοδο ξεκινώντας από τον μήνα Οκτώβριο. Ετσι ο δείκτης ξηρασίας για το πρώτο εξάμηνο, που τελειώνει τον Μάρτιο, μας δίνει μια καλή εικόνα για την κατάσταση που θα διαμορφωθεί στη διάρκεια όλου του χρόνου. Με δεδομένο ότι μπορούν να υπάρξουν και προβλέψεις των μετεωρολογικών συνθηκών για τους επόμενους μήνες, η εκτίμηση αυτή θεωρείται αρκετά ασφαλής.

Χρησιμοποιώντας τον δείκτη ξηρασίας μπορούμε να χαρακτηρίσουμε κάθε περιοχή για κάθε έτος με επιστημονικό τρόπο. Για παράδειγμα, όσον αφορά την Αττική, τόσο το 2006-07 όσο και το 2007-08 θεωρούνται μέτρια ξηρές χρονιές, με αποτέλεσμα η επιφανειακή απορροή και ο εμπλουτισμός των υπογείων υδροφορέων αυτή τη χρονιά να εμφανίζουν μείωση κατά 25% περίπου σε σχέση με τον μέσο όρο.

Σε μια άλλη προβληματική περιοχή, τη Θεσσαλία, η περίοδος 2006-07 ήταν μέτρια ξηρή, ενώ η περίοδος 2007-08 διαμορφώνεται ως κανονικό έτος. Αποτέλεσμα (λόγω κυρίως της προηγούμενης χρονιάς) οι επιφανειακές απορροές και ο εμπλουτισμός των υπογείων υδροφορέων εφέτος να υστερούν κατά 5%-7% σε σχέση με τον μέσο όρο.

Για τις Κυκλάδες από μέτρια ξηρό έτος πέρυσι έχουμε έντονα υγρό έτος εφέτος, ενώ στην Ανατολική Κρήτη από μέτρια υγρό έτος πέρυσι έχουμε μέτρια ξηρό έτος εφέτος.

Από την ανάλυση όλων των παραμέτρων για μια μακρά περίοδο, από 1955 ως το 2002, για τις παραπάνω περιοχές (Κέντρο Εκτίμησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασμού του ΕΜΠ: ερευνητικό πρόγραμμα PRODIM) προκύπτει ότι η Θεσσαλία είναι σχετικά πιο ευάλωτη σε έντονες ή ακραίες ξηρασίες, ενώ μεγάλες είναι και οι συχνότητες εμφάνισης τέτοιων γεγονότων και στις άλλες περιοχές της Ανατολικής Ελλάδας, όπως φαίνεται στο διάγραμμα. Αδρομερώς έχουμε μία έντονη ή ακραία ξηρασία μία φορά στα 5 ή 6 χρόνια κατά μέσο όρο.

Τα ποσοστά των ετών ξηρασίας μεγαλώνουν σημαντικά αν προστεθούν και τα έτη με ήπια ξηρασία και διαμορφώνονται αντίστοιχα σε 49% για τη Θεσσαλία, 45% για τις Κυκλάδες και την Αττική και 41% για την Ανατολική Κρήτη. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι στα μισά σχεδόν χρόνια αντιμετωπίζουμε στην Ανατολική Ελλάδα μια μορφή ξηρασίας.

Αν τώρα ελέγξουμε και την τάση του ετήσιου δείκτη ξηρασίας, θα διαπιστώσουμε οριακές αρνητικές τάσεις σε όλες τις παραπάνω περιοχές, εκτός της Ανατολικής Κρήτης, όπου παρατηρείται σημαντικότερη τάση που απλώς σημαίνει ότι η περιοχή αυτή οδεύει σε ακόμη ξηρότερο κλίμα στις επόμενες δεκαετίες.

Συμπερασματικά, η ανάλυση ξηρασίας στην Ανατολική Ελλάδα δείχνει ότι μέχρι τώρα οι κλιματικές αλλαγές είναι πολύ μικρές ή και ασήμαντες. Συνεπώς δεν δικαιολογείται η «ερμηνεία» της λειψυδρίας ως έργου των κλιματικών αλλαγών. Ούτε δικαιολογείται η μεγάλη μείωση των αποθεμάτων από ήπιες ξηρασίες, όπως των τελευταίων περιόδων. Είναι προφανές ότι η έντονη λειψυδρία που μας απειλεί οφείλεται σε άλλους ανθρωπογενείς παράγοντες που εντελώς επιγραμματικά συμπυκνώνονται στη συνεχή αύξηση της ζήτησης και στην ανύπαρκτη ή προβληματική διαχείριση των υδατικών πόρων.


Ο κ. Γιώργος Τσακίρης είναι διευθυντής του Κέντρου Εκτίμησης Φυσικών Κινδύνων και Προληπτικού Σχεδιασμού του ΕΜΠ και πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Ενωσης Υδατικών Πόρων.

http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=15373&m=B18&aa=1

Δεν υπάρχουν σχόλια:

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails