Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Τα αυτιά των ψαριών τραυματίζονται από υψηλής έντασης ανθρωπογενείς ήχους

Μεγάλο ενδιαφέρον εμφανίζεται στην επιστημονική κοινότητα για τα προβλήματα που προκαλούν οι έντονοι ανθρωπογενείς ήχοι στους θαλάσσιους οργανισμούς. Η ύπαρξη τέτοιων προβλημάτων έχει τεκμηριωθεί σε αρκετά είδη θαλάσσιοων θηλαστικών, ενώ μία έρευνα των McCauley et al. έρχεται να αποδείξει ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει και στα ψάρια. Οι ερευνητές αυτοί μελέτησαν την επίδραση στα αυτιά των ψαριών των χαμηλής συχνότητας ήχων που χρησιμοποιούνται για τον καθορισμό των γεωλογικών προφίλ μιας περιοχής με σκοπό την εύρεση και εξόρυξη πετρελαίου. Το πείραμα έλαβε χώρα στον κόλπο Jervoise στη δυτική Αυσταλία και το είδος ψαριού που χρησιμοποιήθηκε είναι ο σπάρος (Pagrus auratus). Το δείγμα κρατήθηκε σε κλουβιά με 10 μέτρα μήκος, 6 πλάτος και 3 βάθος, ενώ το μέσο βάθος του κόλπου είναι 9 μέτρα. Η πηγή που εξέπεμπε τον ήχο είχε περίοδο εκπομπής τα 10 δευτερόλεπτα, ενώ, για να προσομοιώνει μία πραγματική θαλάσσια σεισμική εξόρυξη πετρελαίου, απομακρυνόταν και πλησίαζε το κλουβί. Τα περισσότερα ψάρια έχουν τη μεγαλύτερη ευαισθησία σε ήχους με συχνότητα 100-1000Hz και σε αυτό το φάσμα συχνοτήτων όταν η πηγή βρισκόταν 100 μέτρα μακριά από το κλουβί η ένταση του ήχου ήταν κατά 25dB μεγαλύτερη από τον ήχο υποβάθρου στον κόλπο.

Το δείγμα χωρίστηκε σε τρία μικρότερα δείγματα εκ των οποίων το πρώτο θανατώθηκε πριν την επίδραση του ήχου, το δεύτερο 18 ώρες μετά ενώ το τρίτο 58 ώρες μετά. Στα ψάρια που θανατώνονταν γινόταν εκτομή των αυτιών και πραγματοποιούνταν τρεις κάθετες τομές στο επιθήλιο του οτολιθικού τερματικού οργάνου που χρησιμεύει στην ακοή των περισσοτέρων ψαριών. Στις τρεις αυτές τομές γινόταν καταμέτρηση των απόντων τριχοειδών κυττάρων μέσω φωτογραφιών. Στο πρώτο δείγμα ο αριθμός των τριχοειδών κυττάρων ήταν ίδιος με της βιβλιογραφίας, ενώ στο δεύτερο υπήρχαν κάποιες περιοχές με απόντα τα κύτταρα, αλλά η απουσία αυτή δεν ήταν στατιστικά σημαντική. Αντίθετα, στο τρίτο δείγμα ο αριθμός των τριχοειδών κυττάρων ήταν σημαντικά μικρότερος από αυτόν των δύο προηγούμενων δειγμάτων. Το γεγονός αυτό είναι σύμφωνο με προηγούμενες παρατηρήσεις που δείχνουν ότι η ζημιά στα τριχοειδή κύτταρα γίνεται ορατή μόνο μετά την πάροδο μιας ή περισσοτέρων ημερών από την έκθεση στον ήχο. Οι ερευνητές στη συνέχεια συνέκριναν τον αριθμό των απολεσθέντων κυττάρων με την πυκνότητα των κυττάρων. Με βάση αυτό κατέληξαν ότι στο τρίτο δέιγμα η απώλεια άγγιζε το 15% για του ουραίο τμήμα του επιθηλίου, ενώ το 2,7% για το σύνολό του.

Καθ’ ότι είναι γνωστό ότι ένας αριθμός τελεόστεων ιχθύων παράγει αισθητήρια τριχοειδή κύτταρα για όλη τη ζωή του και ότι τα κύτταρα αυτά μπορεί να αναγεννοιούνται, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η ζημία που προκλήθηκε λόγω της έκθεσης στον ήχο είτε συνεχιζόταν να αυξάνεται μετά από 58 ημέρες, είτε μείωσε ή σταμάτησε την ικανότητα αναγέννησης των κυττάρων. Για την έρευνα αυτή υπάρχουν κάποιες παράμετροι που πρέπει σύμφωνα με τους ερευνητές να ληφθούν υπόψη. Αρχικά, ότι τα ψάρια ήταν κλεισμένα σε κλουβιά και δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν μακριά από την εστία του ήχου. Ακόμη, σε περίπτωση που τα ψάρια ήταν ελεύθερα να κολυμπήσουν, ίσως λόγω του θορύβου να αντιμετώπιζαν προβλήματα προσανατολισμού, εύρεσης τροφής ή αποφυγής της θήρευσης. Τέλος, ένα μειονέκτημα της έρευνας αυτής είναι ότι εξετάζει μόνο ένα είδος και έτσι η γενίκευση ίσως είναι επισφαλής, παρά το γεγονός ότι ο σπάρος έχει το τυπικό αυτί πολλών σηματικών ειδών.

Παρά τις όποιες ιδαιτερότητες η εργασία αυτή καταδεικνύει τα προβλήματα που προκαλεί στα αυτιά των ψαριών η έκθεση τους σε θορύβους προερχόμενους από την εξόρυξη πετρελαίου. Ακόμα, λόγω την ομοιότητας των τριχοειδών κυττάρων στα τερματικά όργανα των συστημάτων ακοής όλων των σπονδυλωτών, τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής δείχνουν τους κινδύνους που μπορεί να διατρέχουν και άλλα θαλάσσια σπονδυλωτά.

Βιβλιογραφία

Robert D. McCauley, J. Fewtrell and A. N. Popper, 2003, High intensity anthropogenic sound damages fish ears, Journal of Acoustical Society of America, 113 (1), 638-642.

Παρασκευή, 16 Μαΐου 2008

Η Ελλάδα και οι καταδίκες από την Ε.Ε. για θέματα περιβάλλοντος

Οι υδάτινοι πόροι της χώρας μας

Της ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ*

Γιατί πρέπει η Ελλάδα να καταδικάζεται από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο; Γιατί η χώρα μας, εξαιτίας των κυβερνητικών αρμοδίων, δεν διασφαλίζει τους αναγκαίους πόρους ώστε να ασκήσουμε επιτέλους πολιτική προστασίας του περιβάλλοντος και να εφαρμόσουμε τις σχετικές κοινοτικές οδηγίες (2000/60 Ε.Κ.) και τους ελληνικούς νόμους (3199/2003);

Χρηματοδοτικές πηγές -εθνικές και ευρωπαϊκές- υπήρχαν και υπάρχουν. Γιατί το κράτος προτιμά να καταδικάζεται και το περιβάλλον δεν είναι στις προτεραιότητές του αν και είμαστε μια χώρα που εξαρτάται από τον τουρισμό και η υποβάθμιση των υδάτων μας θα έχει άμεσο αντίκτυπο σε αυτόν; Ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

1 Η οδηγία πλαίσιο 2000/60 Ε.Κ., για την προστασία των υδάτινων πόρων, ζητούσε εναρμόνιση της νομοθεσίας μας μέχρι το 2003. Αυτή πραγματοποιήθηκε με την ψήφιση του νόμου 3199/2003. Ο τελευταίος όμως ήταν κενός επί τέσσερα χρόνια εξαιτίας της απουσίας αναγκαίων εκτελεστικών διατάξεων, Υ.Α. και του Π.Δ. 51/2007!

Ετσι το κράτος, έως το 2007, δεν εκπόνησε για κάθε περιοχή λεκάνης απορροής ποταμού ανάλυση των χαρακτηριστικών, επισκόπηση των επιπτώσεων των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στην κατάσταση των επιφανειακών και των υπόγειων υδάτων και οικονομική ανάλυση της χρήσης ύδατος (η παράδοση προβλεπόταν το 2004, σύμφωνα με τα παραρτήματα ΙΙ και ΙΙΙ της οδηγίας).

Η Ελλάδα απέστειλε έκθεση στην Επιτροπή τον Ιούνιο 2006, αλλά η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων εκτίμησε ότι η έκθεση ήταν υπερβολικά γενικόλογη και προσέφυγε (υπόθεση C-264/07) στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (έβδομο τμήμα), το οποίο καταδίκασε την Ελληνική Δημοκρατία στις 31-1-2008, και αυτή οφείλει να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα.

2 Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (υπόθεση C-440/06) απεφάνθη ότι η Ελλάδα παραβαίνει τις διατάξεις της οδηγίας σχετικά με την επεξεργασία των αστικών λυμάτων σε αρκετούς οικισμούς, ορισμένοι εκ των οποίων απορρίπτουν τα λύματά τους στο Θερμαϊκό Κόλπο (π.χ. Κατερίνη, Λιτόχωρο).

3 Σύμφωνα με την οδηγία, το νόμο 3199/2003 και το Π.Δ. 51/2007, η παρακολούθηση της οικολογικής ποιότητας των επιφανειακών υδάτων (ποτάμια, λίμνες, μεταβατικά και παράκτια) πρέπει να γίνεται με α) βιολογικά, β) υδρομορφολογικά και γ) φυσικο-χημικά ποιοτικά στοιχεία.

Ο κ. Σουφλιάς ανέφερε ότι τα ύδατά μας είναι σε καλή ποιότητα. Το συμπέρασμα στηρίχθηκε μόνο σε φυσικο-χημική παρακολούθηση. Τα βιολογικά, όμως, στοιχεία δείχνουν ότι:

α) Τα κατώτερα τμήματα των ποταμών (π.χ. ο Τριπόταμος, παραπόταμος του Αλιάκμονα) και προπάντων αυτά των μεγάλων ποταμών (π.χ. Στρυμόνας, Αξιός, Πηνειός) είναι μέτριας έως κακής ποιότητας (Λαζαρίδου*),

β) Εξαιτίας των υδρογεωλογικών παραμέτρων και των ανθρώπινων δραστηριοτήτων η στάθμη των λιμνών έχει υποχωρήσει και η ποιότητά τους έχει υποβαθμιστεί (π.χ. Βεγορίτιδα, Δοϊράνη) (Μουστάκα και Μιχαλούδη*),

γ) Πολλοί κόλποι (π.χ. Θερμαϊκός, Καβάλας) κινδυνεύουν από ανεξέλεγκτη ρύπανση (Χιντήρογλου, Αντωνιάδου, Κρεστενίτης*).

Επίσης η ανεξέλεγκτη αδειοδότηση γεωτρήσεων έχει προκαλέσει την υποχώρηση των υπόγειων υδροφορέων (Βουδούρης*) και η ανεξέλεγκτη αδειοδότηση κατασκευής και λειτουργίας μικρών ιδιωτικών υδροηλεκτρικών έργων που ξεπερνούν τις 250 (ΔΕ του παραρτήματος Ανατ. Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου), σε συνδυασμό με την εμπειρία από τα υφιστάμενα, μπορεί να πλήξει άμεσα την οικολογική ισορροπία του φυσικού οικοσυστήματος των ρεμάτων.

4 Μετά την εναρμόνιση της ελληνικής νομοθεσίας συγκροτούνται Διευθύνσεις Προστασίας και Ανάπτυξης (νόμος 3498/2006) οι οποίες στελεχώνονται από μόνιμο προσωπικό απουσία βιολόγων. Αραγε, η στελέχωση των διευθύνσεων υδάτων των περιφερειών (εφόσον αυτές αναλαμβάνουν την προστασία, παρακολούθηση και διαχείριση των λεκανών απορροής ποταμών [ΛΑΠ] με το νόμο 3199/2003) θα στηριχθεί σε απλές μετατάξεις υπαλλήλων ή θα γίνουν προσλήψεις ειδικών επιστημόνων για την αντιμετώπιση των τριών πυλώνων της οδηγίας.

*Στόχος μας πρέπει να είναι η ολοκληρωμένη διαχείριση (Γκανούλης*). Οταν η ΛΑΠ εκτείνεται στα διοικητικά όρια περισσότερων περιφερειών ή αυτές είναι διακρατικές πρέπει να ικανοποιούνται ισότιμα οι απαιτήσεις των άμεσων χρηστών, η ανάπτυξη των δικτύων παρακολούθησης της οικολογικής ποιότητας και ο σχεδιασμός των έργων διαχείρισης να είναι ενιαίος (Μυλόπουλος*).

*Οι περιφέρειές μας, όμως, δεν έχουν ακόμη ενεργήσει για τα παραπάνω. Η περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας π.χ. έχει μόλις ξεκινήσει την εποπτική παρακολούθηση και κατάταξη των υδάτινων σωμάτων βάσει βιολογικών, υδρομορφολογικών και φυσικο-χημικών στοιχείων (δυστυχώς μόνον για τη ΛΑΠ του Στρυμόνα**).

Αν εντοπιστεί κίνδυνος αποτυχίας εκπλήρωσης του περιβαλλοντικού στόχου της οδηγίας, για καλή ποιότητα μέχρι το 2015, πρέπει να εφαρμοστούν η ερευνητική ή/και η λειτουργική παρακολούθηση πριν από τα οποιαδήποτε διαχειριστικά μέτρα απόκρισης για τη λήψη μέτρων με σκοπό την εξάλειψη ή μείωση των πιέσεων.

*Πότε θα προλάβουν να ολοκληρωθούν τα παραπάνω σε όλη τη χώρα; Είμαστε συνηθισμένοι μήπως να καταδικαζόμαστε, οπότε δεν χρειάζεται να βιαστούμε;

*Ημερίδα της 10-12-2007 του Διατμηματικού Μεταπτυχιακού Προγράμματος Σπουδών των Τμημάτων Βιολογίας, Γεωλογίας και Πολιτικών Μηχανικών του ΑΠΘ για την οικολογική ποιότητα και διαχείριση υδάτων σε επίπεδο λεκάνης απορροής.

** Σεμινάριο, Δευτέρα 18/02/2008 «Διαχείριση του ποταμού Στρυμόνα και εφαρμογή της οδηγίας 2000/60/ΕΕ», Interreg ΙΙΙ A/Phare CBC Greece-Bulgaria.

* Η ΜΑΡΙΑ ΛΑΖΑΡΙΔΟΥ είναι καθηγήτρια του Τμήματος Βιολογίας του ΑΠΘ.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ - 20/04/2008

Σάββατο, 10 Μαΐου 2008

Βιοκαύσιμα και περιβάλλον

Η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα βιοκαύσιμα είναι πιθανό να προκαλέσει ευρείας κλίμακας περιβαλλοντική καταστροφή στον κόσμο, σύμφωνα με νέα έκθεση (1) που δημοσιεύτηκε σήμερα από το Birdlife International (2). Η έκθεση αυτή εκδίδεται έπειτα από αναθεωρημένες προτάσεις σχετικά με τα κριτήρια αειφορίας που περιλαμβάνει η Ευρωπαϊκή νομοθεσία και τα οποία, δυστυχώς, παραμένουν ανεπαρκή.

Η έκθεση παρουσιάζει αληθινές περιπτώσεις μελέτης (case studies) προερχόμενες από διάφορα μέρη του κόσμου, όπου η παραγωγή βιοκαυσίμων οδηγεί σε καταστροφή φυσικών οικοτόπων. Εξετάζει τη δυναμική της μελλοντικής καταστροφής αναλύοντας αυτές τις περιπτώσεις σε σχέση με τα κριτήρια αειφορίας που προτείνονται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, σύμφωνα με τα οποία είναι επιτρεπτό να κυκλοφορούν στην αγορά της ΕΕ μόνο τα «αειφορικά βιοκαύσιμα».

Το βασικότερο μειονέκτημα της πρότασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι αγνοεί τις έμμεσες επιπτώσεις από την παραγωγή βιοκαυσίμων, όπως είναι η αυξημένη κατανάλωση των παραγόμενων στην Ευρώπη καρπών ρέβας, που με τη σειρά της συμβάλλει στην αύξηση της ζήτησης για φοινικέλαιο από την Ν.Α. Ασία ή οι Αμερικανικές επιδοτήσεις στην παραγωγή αιθανόλης από καλαμπόκι, οι οποίες συντελούν στην επέκταση της καλλιέργειας σόγιας στον Αμαζόνιο.

Οι προδιαγραφές που τίθενται θα αποτύχουν επίσης να προστατεύσουν τους κύριους οικοτόπους για την άγρια πανίδα και χλωρίδα. Τέτοιες είναι οι περιοχές αγρανάπαυσης στην Ευρώπη ή οι πολύτιμοι υγρότοποι, π.χ. το δέλτα του ποταμού Tana στην Κένυα (4).

Το BirdLife κυκλοφόρησε την έκθεση αυτή, ακριβώς πριν τις προγραμματισμένες συνομιλίες στην Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων (COREPER), όπου τα κριτήρια αειφορίας περιλαμβάνονταν στην ημερησία διάταξη. Αναφορές που διέρρευσαν προβάλλουν ότι είναι απίθανο η Επιτροπή να προτείνει σημαντικές βελτιώσεις στην πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία επικρίνεται σε αυτή την έκθεση. (5)

Η παγκόσμια ομοσπονδία BirdLife International παροτρύνει την Επιτροπή Μόνιμων Αντιπροσώπων να μην χαρακτηρίσει και να μη προβάλει ως φιλοπεριβαλλοντικό έναν παράλογο στόχο για τη χρήση βιοκαυσίμων, μέσω της υιοθέτησης απατηλών κριτηρίων αειφορίας. Επομένως, το BirdLife καλεί τα κέντρα αποφάσεων της Ευρώπης να:
  • Μειώσουν το στόχο 10% για τη χρήση βιοκαυσίμων
  • Δώσουν έμφαση στη μείωση των μεταφορών
  • Επιβάλουν αυστηρά κριτήρια αποτελεσματικότητας στα μέσα μεταφοράς
  • Υποχρεώσουν τις εταιρείες παραγωγής καυσίμων να καθαρίζουν τα ορυκτά καύσιμά τους και να ερευνήσουν πιο αποτελεσματικές τεχνολογίες επεξεργασίας τους
  • Υιοθετήσουν ισχυρά κριτήρια αειφορίας για όλες της μορφές βιο - ενέργειας για χρήση στις μεταφορές, στη θέρμανση ή στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Αυτά τα κριτήρια θα πρέπει να περιλαμβάνουν μειώσεις τουλάχιστον κατά 60% των αερίων του θερμοκηπίου και χρειάζεται να συνοδεύονται από αποτελεσματικά κοινωνικά και περιβαλλοντικά κριτήρια.
  • Μην αγνοήσουν τις έμμεσες αλλαγές στις χρήσεις γης που συνεπάγεται η καλλιέργεια των βιοκαυσίμων, καθώς αυτή θα μετατοπίσει την παραγωγή τροφίμων οδηγώντας την στην επέκταση σε βάρος φυσικών οικοτόπων, όπως είναι τα τροπικά δάση. Αντίθετα αυτή η προοπτική θα πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη για τα κριτήρια αειφορίας.
Ο Ariel Brunner, υπεύθυνος για την Ευρωπαϊκή Αγροτική Πολιτική δήλωσε: "Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι ο στόχος για τα βιοκαύσιμα θα επιτευχθεί με αειφορικό τρόπο, αλλά η έκθεσή μας δείχνει ότι αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι Ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πρέπει να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να προβούν σε μια στροφή της παρούσας πολιτικής τους, η οποία χαρακτηρίζεται από κενά.

Πληροφορίες:[1] 'Fuelling the ecological crisis – six examples of habitat destruction driven by biofuels': http://www.birdlife.org/eu/eu_biofuels_report_2008.html
[2] Σύμφωνα με την Οδηγία για την Ανανεώσιμη Ενέργεια, υπολογίζεται ότι μέχρι το 2020 τα βιοκαύσιμα θα καλύπτουν το 10% των καυσίμων για τις μεταφορές.
[3] Το σχέδιο της αγρανάπαυσης αφορά σε τμήματα αγροτικής γης που έχουν αποσυρθεί από την παραγωγή για να μειωθεί ο κίνδυνος των αποθεμάτων σε φαγητό, κάτι που αποδείχθηκε ότι είναι ευκαιρία για περιβαλλοντικά οφέλη,
[5] Το προσχέδιο έγγραφο της ομάδας εργασίας της Επιτροπής Μόνιμων Αντιπροσώπων, που περιλαμβάνει τα κριτήρια αειφορίας.
[6] Άμμος πίσσας: Μη συμβατική πηγή καυσίμου που κυρίως αξιοποιείται στην Αλμπέρτα, Καναδά. Το καύσιμο που παράγεται από άμμο πίσσας εκλύει αέρια του θερμοκηπίου τα οποία είναι πολλές φορές μεγαλύτερα από τις εκπομπές των συμβατικών καυσίμων.

Ελληνική Ορνιθολογική Εταιρία

LinkWithin

Related Posts with Thumbnails